waterways E4
Διαδρομή 3: Cedrus brevifolia
Το είδος Cedrus brevifolia (κέδρος της Κύπρου ή κέδρος ο βραχύφυλλος) αποτελεί ενδημικό δένδρο της Κύπρου, δηλαδή εμφανίζεται μόνο στο νησί και πουθενά αλλού στον κόσμο. Η αξία του είναι ακόμη πιο ιδιαίτερη αν αναλογιστεί κανείς ότι ακόμη και στην Κύπρο το είδος αυτός, απαντά σε ένα μόνο πληθυσμό (δάσος) εντός των διαχειριστικών ορίων του Δάσους Πάφου (διοικητικά όρια περιοχής Μαραθάσας και Πάφου). Για τον λόγο αυτό, το Τμήμα Δασών το έχει θέσει κάτω από ένα ιδιαίτερο καθεστώς προστασίας, αφού βάση των προνοιών του Περί Δασών Νόμος, αποτελεί το αρμόδιο Κυβερνητικό Τμήμα για τη διαχείριση και προστασία των δασικών οικοσυστημάτων στο νησί.
Το γένος Cedrus (τα είδη κέδρου που υπάρχουν σήμερα)
Το γένος Cedrus (κέδρων) αποτελείται από τέσσερα είδη τα οποία παρουσιάζουν ασυνεχή κατανομή
μεταξύ τους, από την περιοχή της λεκάνης της Μεσογείου μέχρι τα δυτικά Ιμαλάια. Το γένος, και τα
είδη που το αποτελούν με τη δομή που γνωρίζουμε μέχρι και σήμερα, περιεγράφηκε από τον Trew το
1757 (ταξινόμηση: Οικογένεια: Pinaceae, Γένος: Cedrus). Τα είδη του γένους των κέδρων (Cedrus) είναι:
το είδος Cedrus deodara στην Ινδία, το Cedrus atlantica στα βουνά του Άτλαντα στο Μαρόκο και
Αλγερία, το είδος Cedrus libani στα βουνά του Λιβάνου, Συρίας και Τουρκίας και το είδος Cedrus
brevifolia στην Κύπρο. Μελέτες υποστηρίζουν ότι τα είδη κέδρου που υπάρχουν σήμερα, πιθανόν να
προέρχονται από προγενέστερο κοινό είδος με μεγαλύτερη διανομή (σε μεγαλύτερο γεωγραφικό
πλάτος) εντός της Ευρασιατικής ζώνης. Επομένως, η σημερινή εξάπλωση και αναγνώριση των
τεσσάρων ειδών πιθανόν να οφείλεται στην παραλλαγή των πληθυσμών που μετανάστευσαν νότια
κατά τη διάρκεια των κλιματικών διεργασιών και αλλαγών κατά την Τριτογενή γεωλογική περίοδο (66
- 2,58 εκατομμύρια χρόνια πριν). Απολιθώματα του γένους Cedrus έχουν βρεθεί στο δυτικό Καζακστάν,
στην Ευρώπη και στην οροσειρά Ahaggar στην κεντρική Σαχάρα.
Ο κέδρος ο βραχύφυλλος (Cedrus brevifolia)
Το ενδημικό είδος Cedrus brevifolia αποτελεί το είδος του γένους Cedrus, με την μικρότερη εξάπλωση
σε σχέση με τα άλλα είδη του γένους. Η πρώτη αναφορά για την παρουσία του Cedrus brevifolia στην
Κύπρο, γίνεται από τον πατέρα της βοτανικής, Θεόφραστο (371 - 287 π.Χ.), στο βιβλίο του «Περί
Φυτών Ιστορία». Ο Θεόφραστος αναφέρει ότι ο κέδρος ευδοκιμούσε στα ψηλά βουνά, κάνοντας έτσι
τη μεταφορά ξυλείας στις ακτές του νησιού πολύ επίπονη. Επιπρόσθετα, κάνει αναφορά στην
ιδιαίτερη αξία της ξυλεία του κέδρου της Κύπρου στη ναυπήγηση καραβιών, αφού τέτοια ξυλεία
χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του πολεμικού πλοίου του Δημήτριου του Πολιορκητή. Επίσης,
ο ίδιος περιηγητής αναφέρει ότι οι βασιλιάδες στην Κύπρο δεν έκοβαν τα κέδρα, αλλά τα
προστάτευαν. Αρκετούς αιώνες αργότερα, ο Ρώσος μοναχός Βασίλι Μπάρσκυ, ο οποίος επισκέφθηκε
την περιοχή κατά το 1735, αναφέρει ότι το είδος αυτό του κέδρου δεν απείχε πολύ από τη Μονή της
Παναγιάς του Κύκκου. Oι πρώτες επιστημονικές αναφορές για συστηματική ταξινόμηση του είδους
παρατηρούνται το 1879 από τον Sir Samuel Baker, ο οποίος έστειλε δείγμα στον βοτανολόγο Joseph
Dalton Hooker. Ο Hooker παρατήρησε σημαντικές διαφορές του δείγματος από τον C. atlantica αλλά
ταυτόχρονα και κάποιες ομοιότητες με τον C. libani. Για τον λόγο αυτό, προχώρησε στη συστηματική
ταξινόμηση του κέδρου από την Κύπρο ως ποικιλία με την ονομασία C. libani var. brevifolia. Με το
πέρασμα των χρόνων, και συγκεκριμένα το 1908, ο κέδρος της Κύπρου μελετήθηκε εκ νέου ως προς
την ταξινομική του θέση από τον Louis-Alber Dode, ο οποίος τον αναβάθμισε σε είδος με την ονομασία
C. brevifolia (Hook. f.) Henry. Πρόσφατη γενετική εργασία κατέδειξε ότι, ο γενετικός διαχωρισμός
μεταξύ του Cedrus libani (κέδρος του Λιβάνου, που συναντάται στην Τουρκία και στον Λίβανο) και του
C. brevifolia συνέβη πριν από 7,8 - 6,6 εκατομμύρια χρόνια.
Ανάλυση των μορφομετρικών χαρακτηριστικών των βελόνων των Μεσογειακών ειδών του γένους Cedrus συνηγορεί στο ότι, οι μορφολογικοί και ανατομικοί χαρακτήρες επιτρέπουν την 100% διάκριση των ατόμων του είδους C. brevifolia από τα είδη C. libani και C. atlantica. Συγκεκριμένα, το είδος C. brevifolia έχει τις πιο κοντές βελόνες και συγκρίνοντάς τις με στοιχεία από απολιθώματα κέδρων, θεωρείται ότι το είδος C. brevifolia διατηρεί τον πιο παλιό τύπο βελόνας σε σχέση με τα υπόλοιπα είδη.
Το είδος Cedrus brevifolia χαρακτηρίζεται ως αειθαλές, ρητινοφόρο (κωνοφόρο) δέντρο, που φτάνει μέχρι και 30 m ύψος. Η κόμη του στην αρχή είναι πυραμιδοειδής και αργότερα γίνεται πλατιά με χαρακτηριστική οριζόντια διακλάδωση. Είναι μακρόβιο δέντρο που μπορεί να φτάσει και να ξεπεράσει την ηλικία των 500 χρόνων. Ανθίζει από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Οκτώβριο, ενώ οι κώνοι του ωριμάζουν από τον Αύγουστο μέχρι τον Σεπτέμβριο του δεύτερου χρόνου από την άνθησή τους (περίοδος 18 μηνών). Η κύρια μορφολογική του διαφοροποίηση από τα άλλα συγγενικά είδη του γένους Cedrus, είναι οι κοντές (βραχύς βελόνες) του βελόνες, καθώς και η ιδιαίτερη αντοχή του σε ξηροθερμικές συνθήκες.
Εξάπλωση του είδους στο Δάσος Πάφου
Σήμερα, η συνολική έκταση που καταλαμβάνει ο φυσικός πληθυσμός του είδους στο Δάσος Πάφου,
είναι 263 εκτάρια (ha), δηλαδή 2,63 Km2 (103 ha αμιγής οικότοπος και 160,40 ha σε μίξη με άλλους
τύπους οικοτόπων), έκταση που αντιστοιχεί σε λιγότερο από 0,2% της υψηλής δασικής βλάστησης του
νησιού. Ο κύριος πληθυσμός τους σχηματίζεται από την ομώνυμη Κοιλάδα των Κέδρων μέχρι και την
κορυφή του όρους Τρίπυλος (1362 m) και γύρο από το όρος αυτό καθώς επίσης και σε μικρότερες
συστάδες στις γύρω κορυφές, μεταξύ της Μονής Κύκκου και του Σταυρού της Ψώκας (Δάσος Πάφου).
Μέσα από το σύστημα απογραφής που έχει εγκαταστήσει το Τμήμα Δασών, για το δάσος του κέδρου
του βραχύφυλλου εκτιμάται ότι, ο πληθυσμός σήμερα είναι περίπου στις 51.000 άτομα, όλων των
κλάσεων όσον αφορά στη διάμετρο.
Καθεστώς διατήρησης του κέδρου του βραχύφυλλου
Η περιορισμένη εξάπλωση του πληθυσμού του είδους, το κατατάσσει ως ένα δασικό είδος με την
πλέον περιορισμένη κατανομή στην Ευρώπη. Για τη διατήρηση και την προστασία του, το Τμήμα
Δασών το έχει εντάξει σε ιδιαίτερο καθεστώς προστασίας αφού:
- Το είδος Cedrus bervifolia έχει συμπεριληφθεί στον Κόκκινο Κατάλογο της IUCN και το Κόκκινο
Βιβλίο της Χλωρίδας της Κύπρου όπου χαρακτηρίζεται ως Εύτρωτο.
- Το δάσος που σχηματίζει έχει αναγνωριστεί ως ξεχωριστός τύπος οικοτόπου, με βάση την
Ευρωπαϊκή Οδηγία των Οικοτόπων (92/43/ΕΟΚ), όπου έχει περιγραφεί ως οικότοπος «9590*
Δάση Cedrus brevifolia (Cedrosetum brevifoliae)». Μάλιστα, έχει ταξινομηθεί ως οικότοπος
προτεραιότητας στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας αυτής, δηλαδή οικότοπος για τον οποίο πρέπει
να ληφθούν μέτρα διατήρησης.
- Η περιοχή εξάπλωσης του είδους συμπεριλαμβάνεται στην περιοχή του πανευρωπαϊκού
Δικτύου Natura 2000, ως Τόπος Κοινοτικής Σημασίας «Δάσος Πάφου».
Η οικολογική αξία του είδους Cedrus brevifolia
Το κέδρο το βραχύφυλλο, αλλά και το δάσος που σχηματίζει, χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη οικολογική
αξία, αφού αποτελεί είδος ομπρελά (σχηματίζοντας δάση που κυριαρχούν στον ανώροφο,
σχηματίζοντας ιδιαίτερα μικροπεριβάλλοντα κάτω από αυτόν), του οποίου η προστασία και η
διατήρηση προστατεύει έμμεσα και πολλά άλλα είδη στην κοινότητα και τον βιότοπό τους. Το δάσος
του κέδρου αποτελεί καταφύγιο για σημαντικό αριθμό ειδών της χλωρίδας και της πανίδας της
Κύπρου. Εντός των ορίων του δάσους αναπτύσσονται μεταξύ άλλων τα ενδημικά φυτά Arabis
kennedyae (είδος προτεραιότητας της Οδηγίας των Οικοτόπων) και Ranunculus kykkoensis, τα οποία
περιλαμβάνονται στο Παράρτημα II της Οδηγίας των Οικοτόπων. Επίσης, εντός του δάσους του κέδρου
παρατηρούνται 22 taxa θηλαστικών, όπως το ενδημικό πρόβατο Ovis gmelini ophion (αγρινό), αλλά
και 97 είδη πτηνών, εκ των οποίων 22 περιλαμβάνονται στο Παράρτημα I της Οδηγίας των Πτηνών
(2009/147/EC). Άξια αναφοράς είδη της πτηνοπανίδας της περιοχής, είναι τα ενδημικά taxa Otus
cyprius, Periparus ater cypriotes και Garrulus glandarius glaszneri.
Άλλοι σημαντικοί οργανισμοί της πανίδας του νησιού που εντοπίζονται στο δάσος του κέδρου στην Κύπρο, είναι τα ερπετά, όπως τα 10 είδη σαυρών (πέντε από τα οποία είναι ενδημικά υποείδη) και έξι είδη φιδιών (ένα ενδημικό) τα οποία έχουν παρατηρηθεί. Οι πιο σημαντικοί αντιπρόσωποι της ερπετοπανίδας είναι τα Acanthodactylus schreiberi screiberi και Hierophis cypriensis, των οποίων το καθεστώς διατήρησης χαρακτηρίζεται ως «Κινδυνεύοντα» σύμφωνα με τα κριτήρια της IUCN. (Για φωτογραφίες ειδών χλωρίδας και πανίδας πατείστε εδώ)
Η ψηλότερη κορυφή του δάσους, το όρος Τρίπυλος
Αποτελεί μια από τις σημαντικότερες κορυφές της οροσειράς του Τροόδους, αφού είναι η ψηλότερη
κορυφή του Δάσους Πάφου και η ψηλότερη κορυφή στα δυτικά της οροσειρά τους Τροόδους σε
υψόμετρο 1362 m. Γεωλογικά ο Τρίπυλος διακρίνεται από πυριτιούχα εδάφη, που αναπτύχθηκαν
πάνω σε σκληρά ανθεκτικά πετρώματα διαβάσεις. Αυτά τα πετρώματα άντεξαν τη διάβρωση και
εξακολουθούν να ορθώνονται επιβλητικά στην κορυφογραμμή του Τροόδους.
Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, η ονομασία του όρους οφείλετε στο γεγονός ότι κατά την αρχαιότητα (πιθανόν κατά την Εποχή του Χαλκού) η θέση αυτή αποτελούσε το σταυροδρόμι τριών οδών που οδηγούσαν στην είσοδο (πύλη) γαλαριών εξόρυξης χαλκού, οι όποιες υπήρχαν στην ευρύτερη περιοχή και όχι μακριά από αυτό το σημείο. Έτσι από την συγχώνευση των λέξεων «τρείς + πύλες», προέκυψε η ονομασία Τρίπυλος. Επίσης, η περιοχή γύρω από το όρος του Τριπύλου είναι συνδεδεμένη με αναφορές για σημαντικό αριθμό μονοπατιών που διέρχονταν από αυτή, αφού αποτελούσε σημαντικό σταυροδρόμι για τη μετακίνηση εμπορευμάτων και κατοίκων μεταξύ των βασιλείων των Σόλων και της Παλαίπαφου κατά την Ελληνιστική περίοδο αλλά και αιώνες μετά μέχρι και τα χρόνια της Ενετοκρατίας.
Σήμερα, η πεζοπορία προς την κορυφή του Τρίπυλου, γίνεται από την Κοιλάδα των Κέδρων ή την περιοχή Δώδεκα Άνεμοι, με την τελική ανάβαση στην κορυφή να προσφέρει μια εξαίρετη πανοραμική θέα μεγάλου τμήματος του Δάσους της Πάφου, της βουνοκορφής του Κύκκου αλλά και τμημάτων της βόρειας ακτογραμμής προς την Πόλη και τον Ακάμα. Γύρω από την κορυφή του Τρίπυλου αναπτύσσεται το δάσος με το ενδημικό κέδρο του νησιού Cedrus brevifolia, καθώς και μικρές ομάδες δέντρων του ενδημικού είδους δρυός που υπάρχει στο νησί, Quercus alnifolia (κοινή ονομασία: λατζία) και άτομα από το κοινό είδος ως προς την εξάπλωση του στο νησί, τραχίας πεύκης (Pinus brutia). Στην περιοχή και στις απόκρημνες πλαγιές ζει το κυπριακό αγρινό (Ovis gmelini ophion), το οποίο αποτελεί και το μεγαλύτερο ενδημικό θηλαστικό του νησιού. Στην κορυφή του όρους δεσπόζει το πυροφυλάκιο του Τμήματος Δασών, το οποίο επανδρώνεται κατά την περίοδο αυξημένου κινδύνου έναρξης πυρκαγιάς, και αποτελεί ως ένα από τα στρατηγικά σημεία του δικτυού παρατήρησης και επιτήρησης των δασικών εκτάσεων για την ύπαρξη καπνού ή φωτιάς.
Η κορυφή του Τριπύλου αποτελεί και την απαρχή (την κορυφή του υδροκρίτη) της λεκάνης απορροής για τρεις σημαντικούς ποταμούς του δυτικού όγκου της οροσειράς του Τροόδους.
Η υδρολογική αξία του Τρίπυλου
Η κορυφή του Τρίπυλου αποτελεί την απαρχή σχηματισμού των λεκανών απορροής τριών σημαντικών
ποτάμιων συστημάτων στον δυτικό όγκο της οροσειράς του Τροόδους, και συγκεκριμένα τον ποταμό
της Αγιάς, τον ποταμό του Ρούθκια και τον ποταμό του Λιμνίτη.
Η λεκάνη απορροής ή συλλεκτήρια λεκάνη, στον κλάδο της υδρολογικής επιστήμης, αποτελεί την χερσαία έκταση από την οποία αποστραγγίζει όλο το νερό που φτάνει στο συγκεκριμένο ρεύμα ή ποταμό, μέσω των ροών των υπόγειων υδάτων ή/και της επιφανειακής απορροής. Αποτελεί δηλαδή όλη την ευρύτερη περιοχή, η οποία περικλείει τις βουνοκορφές και τις πλαγιές, μέσω των οποίων κινείται το νερό ώστε να καταλήξει στα ρυάκια, ρέματα, χείμαρρους και ποταμούς, μιας περιοχής και να οδηγηθεί στο σημείο εκβολής του (θάλασσα ή λίμνη ή ένας άλλος μεγαλύτερος ποταμός). Τα όρια της λεκάνης απορροής προσδιορίζονται από τον υδροκρίτη, ο οποίος και προσδιορίζει την περίμετρο της επιφάνειας που τροφοδοτεί το συγκεκριμένο ρεύμα με όμβρια ύδατα, ενώ ταυτόχρονα ο υδροκρίτης αποτελεί και την διαχωριστική γραμμή μεταξύ των γειτνιαζόντων λεκανών απορροής.
Η λεκάνη απορροής ενός ρέματος ή ποταμού διακρίνεται σε δύο επιμέρους τμήματα: (i) την ορεινή λεκάνη απορροής, η οποία περιλαμβάνει την ορεινή περιοχή του χειμαρρικού χώρου και (ii) την πεδινή λεκάνη απορροής, η οποία εκτείνεται από την έξοδο του ρεύματος στην πεδινή περιοχή μέχρι την εκβολή του στον αποδέκτη.
Η λειτουργία των λεκανών απορροής αποτελεί αντικείμενο μελέτης της υδρολογικής επιστήμης, η οποία ασχολείται με το νερό (προέλευση, κυκλοφορία, κατανομή), με τις φυσικές και χημικές ιδιότητες του, καθώς και με τις αμοιβαίες επιδράσεις του με το περιβάλλον, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται τα έμβια όντα. Βασικός στόχος της υδρολογικής επιστήμης αποτελεί η ορθολογιστική διαχείριση του νερού ως φυσικού πόρου, αλλά και η διαχείριση εκείνων των παραμέτρων/φαινομένων που διασφαλίζουν την αποτροπή διατάραξης του υδατικού ισοζυγίου μιας περιοχής, αλλά και την αποτροπή πλημμυρικών φαινομένων.
Η διαχείριση του υδάτινου πόρου στο νησί, γίνεται από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, το οποίο σε συνεργασία με άλλα κυβερνητικά τμήματα (π.χ. Τμήμα Δασών, Τμήμα Γεωργίας, Τμήμα Γεωλογικής Επισκόπησης, Τμήμα Περιβάλλοντος κ.ά.), εφαρμόζουν πρόνοιες και πρακτικές ορθολογιστικής διαχείρισης και προστασίας των υδάτινων πόρων του νησιού, εντός των λεκανών απορροής τους.