Λογότυπο Interreg
Υδάτινοι δρόμοι και ιστορίες στο Ε4 και στα Γεωπάρκα της Ανατολικής Μεσογείου

waterways E4

Διαδρομή 3: H Μονή της Παναγίας του Κύκκου

ΤΙ ΜΠΟΡEI ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΔΩ;

Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή της Παναγίας του Κύκκου


Μια από τις ιστορικότερες Χριστιανικές Μονές της Κύπρου, είναι η Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή της Παναγίας του Κύκκου ή αλλιώς Ιερά Μονή Κύκκου. Η ιστορία της ίδρυσης της Μονής του Κύκκου χάνετε μέσα στους αιώνες, κάτι που μαρτυρούν ιστορικές αναφορές και κείμενα, αλλά και οι παραδόσεις και λαογραφία του νησιού.

Η εικόνα της Παναγίας του Κύκκου
Σύμφωνα με την παράδοση, η εικόνας της Παναγίας Κυκκώτισσας (ή Παναγίας του Κύκκου ή Παναγία η Ελεούσα) είναι μια από τις τρεις εικόνες της Θεοτόκου που ζωγράφισε ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς μετά από Θεία εντολή, αφού οι πίνακες στους οποίους είναι αγιογραφημένες δόθηκαν στον Απόστολο Λουκά για τον σκοπό αυτό από τον αρχάγγελο Γαβριήλ. Η αγιογράφηση των εικόνων έγινε επτά χρόνια μετά τη σταύρωση και ανάσταση του Χριστού. Σύμφωνα με αναφορές, οι εικόνες αγιογραφήθηκαν από τον Απόστολο Λουκά έχοντας ως πρότυπο την ίδια τη Θεοτόκο, η οποία με την αποπεράτωση τους τις είδες και τις ευλόγησε με τη χάρη Της.

Η εικόνα ανήκει στον εικονογραφικό τύπο της Παναγίας της Ελεούσας (ως πηγή ελέους), αποτελεί όμως παραλλαγή εξαιτίας μερικών διαφορών. Στην εικόνα της Παναγίας του Κύκκου, η Παναγία βαστάζει με το δεξί της χέρι τον Χριστό και κλίνει την κεφαλή της προς Αυτόν. Ο Χριστός κάθεται κατά τρόπο κάπως περίεργο στο δεξί χέρι της Θεοτόκου, ενώ τα γυμνά του πόδια μετεωρίζονται. Οι διαφοροποιήσεις αυτές είναι που προσέδωσαν και τον τύπο Παναγία Κυκκώτισσα, που άρχισε να εξαπλώνεται από τον 11ο μέχρι τον 12ο αιώνα, ενώ στην Κύπρο εικόνες του τύπου αυτού σώθηκαν από τον 13ο έως τον 15ο αιώνα και αργότερα.

Την εικόνα αυτή μετέφερε ο ίδιος ο Απόστολος Λουκάς στην Αίγυπτο μετά τον θάνατο της Παναγίας. Η εικόνα έμεινε εκεί μέχρι την περίοδο των επιδρομών των πειρατών στην περιοχή της Μεσογείου. Την περίοδο αυτή, οι Χριστιανοί που την φύλασσαν αιχμαλωτίστηκαν από τους πειρατές. Για να σώσουν την εικόνα από τη βεβήλωση, οι Χριστιανοί την έριξαν στη θάλασσα. Εκείνη τη στιγμή, δύο βυζαντινά σκάφη εμφανίστηκαν και αφού καταδίωξαν τους πειρατές, διέσωσαν την εικόνα. Την πήραν στη Κωνσταντινούπολη και την παρουσίασαν στον αυτοκράτορα, Αλέξιο Κομνηνό (1081-1118).

Εντούτοις, η εικόνα μέσα από σειρά Θείων παρεμβάσεων ταξίδεψε από την Κωνσταντινούπολη στο όρος του Κύκκου, όπου και βρίσκεται πέραν των 900 χρόνων. Η εικόνα ταξίδεψε με τιμές από την Κωνσταντινούπολη προς την Κύπρο, αφού τη μετέφερε το πλοίο του αυτοκράτορα, μαζί με ακολουθία του αυτοκράτορα και χορηγία για την ίδρυση του μοναστηριού του Κύκκου. Κατά τη μεταφορά της εικόνας, από την περιοχή του οικισμού Καραβοστάση μέχρι και την κορυφή του βουνού του Κύκκου, λέγεται ότι τα πεύκα «γονάτιζαν» κλίνοντας τις κορφές τους στην Παναγιά. Η εικόνα κατά την περίοδο που βρίσκεται στη Μονή, σύμφωνα με την επιγραφή στο κάτω μέρος της, επικαλύφθηκε με αργυρή κι επίχρυση πλάκα το 1576, επί ηγουμενίας Γρηγορίου, ενώ νέα επικάλυψη έγινε το 1795, επί ηγουμενίας Μελετίου του Μυριανθέως.

Άγνωστη παραμένει η προέλευση της ονομασίας του όρους Κύκκος, που απέδωσε στη συνέχεια και την επωνυμία στη Θεοτόκο, ως Παναγία του Κύκκου (ή Παναγιά η Κυκκώτισα). Σύμφωνα με την λαογραφική παράδοση το όνομα Κύκκος, φαίνεται να αναφέρεται από τα Βυζαντινά χρόνια, όπου και πιθανότατά να προήλθε από αυτοφυή ξυλώδη θάμνο που ευδοκιμούσε στην περιοχή, το είδος δρυός Quercus coccifera (περνιά ή δρυς ο κοκκοφόρος) που στην τοπική διάλεκτο ονομαζόταν και κόκκος, το οποίο μεταποιήθηκε σε κύκκο. Την παραδοχή αυτή, δηλαδή ότι η ονομασία Κύκκος προήλθε από το φυτό της περνίας (=κόκκος) αποδέχεται και ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Εφραίμ ο Αθηναίος (1766- 1771), ο οποίος στο έργο του «Περιγραφή της Σεβασμίας και Βασιλικής Μονής του Κύκκου» (εκδόσεις Βενετίας 1751) για το όρος του Κόκκου, του μετανομασθέντος Κύκκου («Εις το όρος του Κόκκου, του μετονομασθέντος Κύκκου, εγγύς όντος της Μυριανθούσης»). Μια άλλη παράδοση, συνδέει την ονομασία του όρους με το λάλημα του είδους πτηνού κούκου (Common cuckoo) (το οποίο καλεί με τον ήχο: κίκ-κο, κικ-κο). Σε συνέχεια της παράδοσης αυτής, αναφέρεται ότι κατά τα βυζαντινά χρόνια τριγυρνούσε στα γύρω βουνά της περιοχής, ένα πουλί και προανάγγελλε την ίδρυση του μοναστηριού με τους στίχους: «Κύκκου – Κύκκου το βουνί, μοναστήρι θα γενεί, μια χρυσή Κυρά θα μπει, και ποτέ της δεν θα βγει».

Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι, τα πρόσωπα της Παναγίας και του Χριστού στην εικόνα είναι πάντοτε καλυμμένα. Εικάζεται πως είτε έτσι θέλησε ὁ Αυτοκράτορας, όταν παρά τη θέλησή του την αποχωριζόταν, είτε για λόγους σεβασμού καθώς θεωρείτε ευλογημένη από την ίδια την Παναγία.

Οι πιο πάνω παραδοχές ενισχύονται και από τις γραπτές αναφορές του Ρώσου μοναχού Βασίλειου Μπάρσκυ, που επισκέφθηκε τη Μονή κατά το 1735. Ο Μπάρσκυ αναφέρει συγκεκριμένα ότι, σε περιόδους ανομβρίας οι μοναχοί μετέφεραν την εικόνα της Παναγίας στη γειτονική κορφή (Θρονί), αποκάλυπταν το πρόσωπο της Παναγίας και έψαλλαν παρακλήσεις και κανένας από τους μοναχούς δεν έβλεπε το πρόσωπο της που κοιτούσε προς τον ουρανό.

Η Παναγία του Κύκκου έχει πανορθόδοξη φήμη και αρκετές εικόνες σε πολλές χώρες, όπως την Ελλάδα, τη Ρωσία, τη Γεωργία, τη Βουλγαρία, την Αίγυπτο και την Αιθιοπία, είναι αφιερωμένες στην Παναγία του Κύκκου, ως ένδειξη του μεγάλου σεβασμού που απολαμβάνει ανάμεσα στους ορθόδοξους λαούς.

Η Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή της Παναγίας του Κύκκου
Σύμφωνα με ιστορικές αναφορές αλλά και την παράδοση της Μόνης, η ίδρυση της ανάγεται στους χρόνους του βυζαντινού αυτοκράτορα Aλέξιου Kομνηνού (1081-1118), ο οποίος μετά από σειρά θαυμαστών γεγονότων ανέλαβε υπό την προστασία και μέριμνά του το κόστος κατασκευής της Μονής, αλλά και της μεταφοράς της Αγίας εικόνας της Παναγίας, από τα ανάκτορα του Βυζαντίου στην Κωνσταντινούπολη, στο βουνό του Κύκκου. Το γεγονός ότι η Μονή κτίστηκε με τη συμβολή του Αυτοκράτορα, αλλά και το ότι αυτή τέθηκε υπό τη μέριμνα του, της προσέδωσε το προσωνύμιο Βασιλική Μονή. Επίσης, το γεγονός ότι κατά την ανέγερση της Μονής, στον θεμέλιό της λίθο τοποθετήθηκε σταυρός, της προσέδωσε και το προσωνύμιο Σταυροπηγιακή Μονή, αλλά και την αυτονομία της, ώστε να διατηρεί το δικαίωμα αυτοδιοίκησης, πάντοτε όμως μέσα στα πλαίσια του συνόλου της Εκκλησίας της Κύπρου. Όπως προκύπτει, από παλαιά χειρόγραφα της Μονής που διασώθηκαν, η ίδρυσή της συνδέεται άμεσα με τον Όσιο Ησαΐα, ο οποίος ασκήτευε στα τέλη του 11ου αιώνα στα βουνά της Mαραθάσας και διετέλεσε και πρώτος Ηγούμενος της Μονής.

Το Μοναστήρι είναι κτισμένο σε υψόμετρο 1130 m, στα βορειοανατολικά της δεσπόζουσας βουνοκορφής Κύκκος με υψόμετρο 1290 m. Η βουνοκορφή είναι γνωστή με το προσωνύμιο Θρονί ή Θρονί της Παναγιάς και εκεί μεταφέρεται η εικόνα της Παναγίας σε μεγάλες περιφορές (βλ. επόμενη ενότητα). Το μοναστήρι βρίσκεται πλησίον των κοινοτήτων Τσακίστρα και Κάμπος προς τα Βορειοδυτικά, Μηλικούρι προς τα νότια και Γερακίες προς τα ανατολικά. Προς τα δυτικά του Μοναστηριού βρίσκεται ο μοναδικός στον κόσμο πληθυσμός του κέδρου του βραχύφυλλου (Cedrus brevifolia) με την ξακουστή Κοιλάδα των κέδρων και την βουνοκορφή του Τριπύλου, αλλά και ο Δασικός Σταθμός του Σταυρού της Ψώκας.

Η Μονή συνδέθηκε με την ιστορία του νησιού σε όλες τις ιστορικές της περιόδους (Λατινοκρατία: 1191–1571, Τουρκοκρατία: 1571–1878, Αγγλοκρατία: 1878–1960, Κυπριακή Δημοκρατία: 1960 μέχρι και σήμερα), και επιτέλεσε πολύπλευρο εθνικό, πνευματικό και πολιτιστικό έργο, παρά τις περιορισμένες δυνατότητες δράσης της, λόγω της γενικότερης πολιτικής κατάστασης. Η μεγάλη προσφορά της Μονής στην πνευματική ανάπτυξη της Κύπρου αναγνωρίστηκε και τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών το 1971.

Μέσα στην πολυετή ιστορία της, η Μονή πέρασε δύσκολες στιγμές και περιόδους, με εντονότερες να είναι οι μεγάλες πυρκαγιές, που κατέκαψαν το μοναστηριακό οικοδόμημά της και τους θησαυρούς της καθώς επίσης οδήγησαν στην απώλεια των αυτοκρατορικών εγγράφων. Η εκκλησία της Μονής, η οποία αρχικά ήταν ξύλινη, καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά το 1365 και ανοικοδομήθηκε εκ νέου από την Ρήγαινα του νησιού, Ελεωνόρα, σύζυγος του Φράγκου βασιλιά του νησιού, Πέτρου A΄. Αυτή τη φορά η εκκλησία κτίστηκε με συνδυασμό υλικών από ξύλο και πέτρα, τεχνική η οποία δεν ήταν αποτρεπτική για την δεύτερη ολοσχερή καταστροφή της από πυρκαγιά το 1541, η οποία και οδήγησε στο κτίσιμο ενός μονόκλιτου ναού εξ' ολοκλήρου από πέτρα. Το 1745 ο τότε ναός, ανακατασκευάστηκε, αφού μετατράπηκε σε τρίκλιτο (ο ναός σήμερα είναι ρυθμού βασιλικού με τρούλο). Από τα τρία κλίτη του, το μεσαίο τιμάται στο όνομα της Παναγίας, το δεξιό κλίτος είναι αφιερωμένο στο όνομα των Αγίων Πάντων και το αριστερό στο όνομα των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ. Το εικονοστάσιο του ναού είναι του 18ου αιώνα, με σημαντικές εικόνες της ορθοδοξίας τόσο ως προς την τεχνοτροπία τους, όσο και ως προς τη θρησκευτική τους αξία (17ου και 18ου αιώνα).

Σήμερα το Μοναστήρι έχει μορφή φρουριακού συγκροτήματος, με τις εξωτερικές αντηρίδες και τους πανύψηλους τοίχους να προσδίδουν ένα επιβλητικό χαρακτήρα. Τα οικοδομήματα που περιβάλλουν τον ναό είναι σε ακανόνιστη διάταξη και διακρίνονται στο ηγουμενικό, που μαζί με την ανατολική πτέρυγα κτίστηκαν μεταξύ του 1700 με 1755, το συνοδικό και τα κελιά των μοναχών, καθώς επίσης τα μαγειριά και η τράπεζα της Μονής, η βιβλιοθήκη και το Μουσείο της Ιεράς Μονής του Κύκκου. Στα όρια της Μονής διακρίνονται τα κωδωνοστάσια της, που κτίστηκαν το 1882 και φέρουν έξι καμπάνες με την μεγαλύτερη να ζυγίζει πέρα των 1280 Kg.

Η ιερά Μονή Παναγίας του Κύκκου, πανηγυρίζει δυο φορές τον χρόνο, στις 15 Αυγούστου (Κοίμηση της Παναγίας) και στις 8 Σεπτεμβρίου (Γέννηση της Παναγίας). Πλησίον της Μονής υπάρχουν επίσης, άλλα αξιοθέατα τα οποία είναι άμεσα και έμμεσα συνδεδεμένα με παραδόσεις ή τη χρήση του νερού, όπως:

Θρονί του Κύκκου
Στα βορειοδικά της Μονής και σε μικρή απόσταση, βρίσκεται η κορυφή του όρους του Κύκκου (υψόμετρο 1290 m), όπου δεσπόζει ο θρόνος της Παναγίας. Ο επισκέπτης μπορεί να μεταβεί οδικός ή με τα πόδια ακολουθώντας τον δρόμο που περνά μπροστά από την κυρία είσοδο της Μονής και έχει απόσταση ~2 km. Σε περιόδους ανομβρίας οι πατέρες της Μονής Κύκκου συνήθιζαν να λιτανεύουν την Αγία εικόνα της Παναγίας του Κύκκου, η οποία στα χρόνια της Βενετοκρατίας (1489-1571) ήταν γνωστή και ως Παναγία της Βροχής. Λιτάνευαν με πομπή μέσω μονοπατιού και την ανέβαζαν στην κορυφή του βουνού, όπου την τοποθετούσαν σε ξύλινο θρόνο και τελούσαν παράκληση για τερματισμό της ανομβρίας (η δέηση αυτή συνεχίζεται και στις μέρες μας). Το 1935, ο ξύλινος θρόνος της Παναγίας αντικαταστάθηκε από μόνιμο κουβούκλιο, στηριζόμενο σε τέσσερις πεσσούς, έργο του αυτοδίδακτου αρχιτέκτονα Φίλιππου Λοΐζου. Το 1977, το οικοδόμημα αυτό (κουβούκλιο) γκρεμίστηκε και στη θέση του κατασκευάστηκε νέο ναόσχημο κτήριο από σκυρόδεμα, συνδυάζοντας στοιχεία της βυζαντινής και μοντέρνας αρχιτεκτονικής (σχέδια του αρχιτέκτονα Ανδρέα Φιλίππου). Το 2011, ανεγέρθηκε νέος ναός περίκεντρος οκταγωνικός, εγγεγραμμένος σε τετράγωνο, με προσθήκη γωνιακών κογχών. Το οικοδόμημα αναπτύσσεται στον κατακόρυφο άξονα με σύστημα επάλληλων κιόνων, που τονίζει και την οκταγωνική διάρθρωση, ιδιαίτερα στο εσωτερικό (σχέδια του αρχιτέκτονα Ιωάννη Κοψαχείλη). Επίσης, στο Θρονί βρίσκεται ο τάφος του πρώτου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας αρχιεπισκόπου Μακάριου Γ', ο οποίος συνιστά ημιυπόγειο θολωτό οικοδόμημα (σχέδια του αρχιτέκτονα Ανδρέα Φιλίππου), καθώς και άγαλμα του αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' ύψους 10 m (έργο του γλύπτη Νίκου Κοτζιαμάνη).

Η Βασιλική
Πρόκειται για μονόκλιτη και ξυλόστεγη εκκλησία του 1736 (συμφώνα με γραπτή αναφορά σε αυτήν) αφιερωμένη στον Άγιο Βασίλειο. Βρίσκεται σε απόσταση περίπου 6 Km από την Μονή και σε αυτήν μεταφέρθηκε και παρέμεινε για δυο χρόνια η εικόνα της Παναγίας του Κύκκου μετά την πυρκαγιά του 1736. Επίσης, κατά την περίοδο του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ (1955-1959) στην περιοχή διέμενε σε κρησφύγετο ο αρχηγός της οργάνωσης (Γεώργιος Γρίβας).

Το Παραδείσι
Πρόκειται για γεωργικό κτήμα της Μονής σε απόσταση περίπου 3 Km από αυτή. Εκεί υπάρχει εκκλησία, κτίσμα του 1700 (συμφώνα με γραπτή αναφορά σε αυτήν), αφιερωμένη στον Απόστολο Αντρέα, ενώ στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν σπηλιές, στις οποίες οι μοναχοί μετέφεραν και έκρυβαν πολύτιμα εκκλησιαστικά κειμήλια, καθώς και την εικόνα της Παναγιάς του Κύκκου σε περιπτώσεις επιδρομών.

Το βρυσί
Αποτελεί κήπο του μοναστηριού με καρποφόρα δέντρα ενώ σε αυτό υπάρχει διαμορφωμένος χώρος με βρύσες και χώρος που κατά το παρελθόν λειτουργούσε ως εστιατόριο.

Το Αγίασμα
Βρίσκεται σε μεγαλύτερη απόσταση από την Μονή, περίπου 8 Km επί του δρόμου Κύκκου - Πεδουλά (πλησίον του εκδρομικού χώρου του Τμήματος Δασών «Ξυσταρούδα») και στη συνέχεια μέσω πεζοπορίας από δασικό μονοπάτι του Τμήματος Δασών (2 Km). Το αγίασμα είναι συνδεδεμένο με την θαυματουργή ιδιότητα της Παναγίας του Κύκκου, αφού πρόκειται για σημείο όπου νερό (αγίασμα) αναβλύζει μέσα από μεγάλο βράχο. Σύμφωνα με την παράδοση, μια καλοκαιρινή μέρα ένας μοναχός της Μονής που εργαζόταν στην περιοχή, κάνοντας το διακόνημα του, κινδύνεψε να πεθάνει από τη δίψα. Τότε, δεήθηκε στην Παναγία να του δώσει νερό να πιεί, και τότε η Παναγία εμφανίστηκε και του είπε να κτυπήσει το χέρι του στον βράχο, από τον οποίον αμέσως ανέβλυσε νερό.

Μουσείο της Ιεράς Μονής Κύκκου
Το μουσείο εγκαινιάστηκε τον Μάιο του 1998, πληρώντας όλες τις τεχνικές και επιστημονικές προδιαγραφές με τα διεθνή πρότυπα μουσεία. Το μουσείο βρίσκεται εντός του χώρου της Μονής αποτελώντας, κτιριακά, αναπόσπαστο μέρος του λειτουργικού χώρου των αντικειμένων που παρουσιάζει. Στο μουσείο εκτίθενται ανεκτίμητα εκκλησιαστικά κειμήλια, έργα που υπερνίκησαν τη φθορά του χρόνου, την αποσύνθεση και τον αφανισμό, έργα με σημασία, με παρελθόν, με ιστορία. Το μουσείο της Ιεράς Μονής Κύκκου αποτελεί, επίσης, μέρος του σκευοφυλακίου της Μονής, εκθέτοντας τις εικόνες, τα ιερά σκεύη, τα ξυλόγλυπτα, τα άμφια, τα κεντήματα, τα χειρόγραφα και άλλα αντικείμενα της εκκλησιαστικής ζωής και λειτουργίας, ως μέρος της ζωντανής λατρείας και της Ιστορίας της Μονής. Επίσης, στο μουσείο εκτίθενται παλαιοί χάρτες, γκραβούρες, αρχαία αντικείμενα και πολλά άλλα εκθέματα της πολιτιστικής παράδοσης του τόπου. Μέρος του μουσείου αποτελεί το Εργαστήριο Συντήρησης χειρογράφων, εικόνων και μοναστηριακών κειμηλίων, όπου γίνεται συντήρηση και διατήρηση της πλούσιας συλλογής της Μονής. Οι συλλογές του μουσείου ταξινομούνται στις ακόλουθες κατηγορίες συλλογών: αρχαιολογικές, εικόνων, εγγράφων - βιβλίων - παλαιτύπων, χαρτών, υφασμάτων, χαρακτικών, πινάκων, νομισμάτων, μολυβδόβουλων, φωτογραφιών, αντικειμένων λαϊκής τέχνης και σκευών.


Πηγή πληροφοριών:
• Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια (Λήμμα 7)
• https://monikykkou.org.cy/
• http://www.kykkos.org.cy/imkykkou.cy.net/proskynima_monis.shtml

 

Μονή Κύκκου
Δείτε περισσότερες φωτογραφίες
  • ΣΗΜΕΙΟ
    Ιερά Μονή Κύκκου
  • GPS COORDINATES
    North 34.98414°
    East 32.74115°
  • ΥΨΟΜΕΤΡΟ: 1131 m